δροσίζω

(AM δροσίζω) [δρόσος]
1. ραντίζω με σταγόνες δροσιάς, νοτίζω
2. κάνω κάτι δροσερό
3. προσφέρω ικανοποίηση, απόλαυση
4. γίνομαι δροσερός, ψυχραίνω («δρόσισε ο καιρός»)
μσν.
1. ανακουφίζω
2. κατευνάζω
3. ευνοώ
4. φωτίζω
5. (για τον θεό) ευλογώ
6. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) δροσισμένος, -η, -ον
α) ελαφρός
β) χαρούμενος
γ) γλυκός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δροσίζω — bedew pres subj act 1st sg δροσίζω bedew pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δροσίζω — δροσίζω, δρόσισα βλ. πίν. 33 (και ως απρόσ. δροσίζει) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δροσίζω — [дросизо] р. освежать, охлаждать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δροσίζω — δρόσισα, δροσίστηκα, δροσισμένος 1. ραντίζω με δροσιά, με δροσερό νερό, κρυώνω κάτι: Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου να το δροσίσω. 2. αμτβ., γίνομαι δροσερός: Θα βγούμε μόλις δροσίσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεδροσισμένα — δροσίζω bedew perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδροσισμένᾱ , δροσίζω bedew perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδροσισμένᾱ , δροσίζω bedew perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δροσίζεσθε — δροσίζω bedew pres imperat mp 2nd pl δροσίζω bedew pres ind mp 2nd pl δροσίζω bedew imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δροσίσω — δροσίζω bedew aor subj act 1st sg δροσίζω bedew fut ind act 1st sg δροσίζω bedew aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δροσίσῃ — δροσίζω bedew aor subj mid 2nd sg δροσίζω bedew aor subj act 3rd sg δροσίζω bedew fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδροσισμένων — δροσίζω bedew perf part mp fem gen pl δροσίζω bedew perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δροσιζόμεθα — δροσίζω bedew pres ind mp 1st pl δροσίζω bedew imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.